Ήταν μια κρύα νύχτα του Δεκέμβρη, όταν η κουζίνα πήρε φωτιά – όχι κυριολεκτικά, αν και λίγο ακόμα βούτυρο να έριχνε η κυρά-Σοφία στον κουραμπιέ, το ταψί θα είχε γίνει Βεζούβιος. Όλα ξεκίνησαν όταν η πιατέλα, η παραδοσιακή με τα χρυσά σχέδια και τη στάμπα “δώρο γάμου από τη θεία Κατίνα”, γέμισε με τους αιώνιους εχθρούς: Μελομακάρονα και Κουραμπιέδες.
Στην αρχή επικρατούσε ειρήνη. Τα μελομακάρονα κάθονταν από τη μία πλευρά, σιροπιαστά και καρύδινες, ενώ οι κουραμπιέδες, άσπροι σαν φρεσκοχιονισμένο βουνό, κοιτούσαν αφ’ υψηλού από την άλλη. Όμως, ένα σχόλιο άλλαξε τα πάντα.
Ο Κουραμπιές Σπάει τη Σιωπή
“Ε, μην απλώνεστε, μωρέ μελο-καημένα, και πιάνετε τόσο χώρο στην πιατέλα!” είπε ο κουραμπιές ο Κουραμπιέας, ο πιο τραγανός της παρέας. “Όλοι ξέρουν ότι εμείς οι κουραμπιέδες είμαστε το αστέρι των γιορτών!”
Τα μελομακάρονα μούγκρισαν από αγανάκτηση. Το Μελομακάρονο ο Μήτσος, φημισμένο για τη χρυσή του κρούστα και την τέλεια ισορροπία καρυδιού-μελιού, δεν άντεξε. “Αστέρι; Εσείς οι κουραμπιέδες είστε τόσο στεγνοί που αν σας δώσει κανείς σε παιδί, θα χρειαστεί ασθενοφόρο για να καταπιεί!”
Η Πρώτη Επίθεση
Ξαφνικά, ο Κουραμπιέας τίναξε λίγη ζάχαρη άχνη στον Μήτσο, καλύπτοντάς τον σαν φάντασμα. “Πάρε να έχεις, σιροπιασμένε!” φώναξε, γελώντας χαιρέκακα.
Τα υπόλοιπα μελομακάρονα δεν έμειναν με σταυρωμένα χέρια. Άρχισαν να αναπηδούν στην πιατέλα, πετώντας καρύδια προς τους κουραμπιέδες, που ανταπέδιδαν με αμύγδαλα. Η κουζίνα είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης.
Η Επέμβαση του Βασιλόπιτα
Μέσα στο χάος, εμφανίστηκε ο σοφός Βασιλόπιτας, με το φλουρί του να γυαλίζει σαν μετάλλιο. “Σταματήστε, ηλίθιοι!” φώναξε, και η κουζίνα πάγωσε. “Ξεχνάτε ότι μαζί δημιουργούμε το απόλυτο εορταστικό τραπέζι; Αν δεν υπήρχατε κι οι δύο, οι άνθρωποι θα τσιμπολογούσαν απλά ξηρούς καρπούς! Θέλετε να καταλήξετε άχρηστοι, σαν τις ξεχασμένες δίπλες στο ψυγείο;”
Οι μελομακάρονα και οι κουραμπιέδες κοιτάχτηκαν αμήχανα. Ήξεραν ότι ο Βασιλόπιτας είχε δίκιο, αλλά κανείς δεν ήθελε να το παραδεχτεί. “Εντάξει,” είπε τελικά ο Κουραμπιέας. “Αλλά να ξέρεις, Μήτσο, ότι το βούτυρό μου είναι ΠΟΠ!”
“Κι εμένα το μέλι μου είναι από μέλισσες Ολύμπου, ρε ξερόψυχε!” ανταπάντησε ο Μήτσος.
Η Ανακωχή
Στο τέλος, συμφώνησαν να παίξουν μπράντεφερ για να λύσουν τη διαμάχη τους. Στο τραπέζι της κουζίνας στήθηκε το παιχνίδι του αιώνα: από τη μία, ο Κουραμπιέας με το βούτυρο να λαδώνει τη λαβή του, και από την άλλη, ο Μήτσος με το μέλι να κολλάει τη χούφτα του στο τραπέζι. Η κυρά-Σοφία κοιτούσε από την πόρτα και χαμογελούσε. “Στο τέλος, όλα θα τα φάνε τα παιδιά,” σκέφτηκε και πήγε να φτιάξει καφέ. Καλά Χριστούγεννα!




