Οι σεισμοί, ως φυσικό φαινόμενο, δεν γνωρίζουν σύνορα, αλλά η διαχείρισή τους μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής πίεσης. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου σεισμολόγου Αχμέτ Ερτζάν, περί αποστολής του ερευνητικού πλοίου Ορούτς Ρέις στη θαλάσσια περιοχή της Σαντορίνης, προκαλούν εύλογες ανησυχίες σχετικά με τις πραγματικές προθέσεις πίσω από τις επιστημονικές επισημάνσεις.
Επιστήμη ή Προπαγάνδα;
Ο κ. Ερτζάν ανέφερε πως οι σεισμικές δονήσεις στη θαλάσσια περιοχή των Κυκλάδων απαιτούν επιστημονική διερεύνηση και τοποθέτηση αισθητήρων στον βυθό της Αμοργού. Ωστόσο, η πρότασή του συνοδεύτηκε από την υποστήριξη ότι η Τουρκία θα πρέπει να αποστείλει ερευνητικά πλοία, ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση της Ελλάδας. Αυτή η τοποθέτηση ξεπερνά τα όρια της επιστημονικής συνεργασίας και εισέρχεται στη σφαίρα της γεωπολιτικής διεκδίκησης.
Οι τουρκικές προτάσεις δεν είναι πρωτόγνωρες. Η Τουρκία έχει χρησιμοποιήσει στο παρελθόν την έννοια της «επιστημονικής έρευνας» ως πρόσχημα για να προωθήσει αμφιλεγόμενες δραστηριότητες σε περιοχές με εθνική κυριαρχία, όπως έδειξαν τα προηγούμενα επεισόδια με το Ορούτς Ρέις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πολιτική Εργαλειοποίηση των Σεισμών
Η Τουρκία γνωρίζει καλά πώς να συνδυάζει την επιστήμη με τη στρατηγική. Τοποθετώντας γεωτρύπανα και ερευνητικά πλοία σε θαλάσσιες ζώνες που η Ελλάδα θεωρεί δική της αρμοδιότητα, η Άγκυρα δεν επιδιώκει μόνο γεωλογικές μελέτες αλλά και γεωπολιτικές διεκδικήσεις. Η διατύπωση του κ. Ερτζάν ότι «οι σεισμοί δεν αναγνωρίζουν πολιτικά όρια» υποκρύπτει την προσπάθεια να αμφισβητηθεί η ελληνική κυριαρχία σε συγκεκριμένες θαλάσσιες ζώνες, προβάλλοντας το επιχείρημα της «κοινής ευθύνης» στην αντιμετώπιση φυσικών φαινομένων.
Η πρόταση του να σταλούν τα ερευνητικά σκάφη Ορούτς Ρέις και Μπαρμπαρός, καθώς και γεωτρύπανα όπως το Φατίχ και το Γιαβούζ, φανερώνει την πρόθεση της Τουρκίας να εκμεταλλευτεί τη σεισμική δραστηριότητα για να προωθήσει τη στρατηγική της «γαλάζιας πατρίδας».
Η Ελλάδα Αντιμέτωπη με τη Στρατηγική Πρόκληση
Η ελληνική πλευρά παρακολουθεί τις εξελίξεις με προσοχή, γνωρίζοντας ότι τέτοιες δηλώσεις δεν είναι τυχαίες. Η πρόσφατη αναφορά ότι «αν η Ελλάδα καλούσε τον Ερντογάν, εκείνος θα έστελνε το Ορούτς Ρέις για λόγους καλής γειτονίας αλλά και προπαγάνδας», αποκαλύπτει την πραγματική φύση της τουρκικής στάσης: ένας συνδυασμός φαινομενικής συνεργασίας και υφέρπουσας αμφισβήτησης.
Η Αθήνα, μέσα από το διπλωματικό της δίκτυο, έχει τη δυνατότητα να αναδείξει τον πολιτικό χαρακτήρα τέτοιων ενεργειών και να τονίσει ότι οποιαδήποτε κίνηση στην ελληνική υφαλοκρηπίδα χωρίς την άδεια της ελληνικής κυβέρνησης παραβιάζει το διεθνές δίκαιο. Οι σεισμοί μπορεί να μην έχουν σύνορα, αλλά τα χωρικά ύδατα και η εθνική κυριαρχία έχουν σαφή και διεθνώς αναγνωρισμένα όρια.
Η Διεθνής Κοινότητα σε Ρόλο Παρατηρητή
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η εργαλειοποίηση της γεωλογίας δεν είναι μόνο ελληνοτουρκικό ζήτημα. Οι επιπτώσεις τέτοιων προκλήσεων αφορούν την ευρύτερη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, έναν ζωτικό γεωπολιτικό κόμβο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλοι διεθνείς οργανισμοί οφείλουν να αντιληφθούν ότι οι δηλώσεις περί «καλής γειτονίας» συχνά αποτελούν απλώς κάλυψη για μονομερείς ενέργειες.
Συμπέρασμα: Όταν η Γη Τρέμει, Πρέπει να Ξέρεις Ποιος την Κουνάει
Οι σεισμοί, όσο απρόβλεπτοι κι αν είναι, δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται ως όχημα γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων. Η Τουρκία, προτείνοντας να «σηκώσει τα μανίκια» χωρίς πρόσκληση, υπογραμμίζει για ακόμα μία φορά ότι η προκλητική της στρατηγική δεν έχει τελειωμό. Η Ελλάδα οφείλει να παραμείνει σταθερή, προασπίζοντας τα δικαιώματά της με βάση το διεθνές δίκαιο και αποτρέποντας οποιαδήποτε απόπειρα να μετατραπεί η φυσική καταστροφή σε πολιτική κρίση.




