Η πόρτα χτυπά. Είναι εκεί, με το μικρόφωνο στο χέρι και την κάμερα να γράφει. Μια σκιά απλώνεται στο κατώφλι του σπιτιού που μυρίζει κερί και λιβάνι. Είναι αυτός, ο δημοσιογράφος. Δεν ήρθε να συλλυπηθεί. Δεν ήρθε να συμπαρασταθεί. Ήρθε να πάρει. Να ρουφήξει δάκρυ, να αποτυπώσει οργή, να πουλήσει θέαμα.
«Τι νιώθετε που χάσατε το παιδί σας;»
Μια ερώτηση τόσο φρικτή, τόσο απάνθρωπη, που κόβει σαν λεπίδι.
Πού ήσουν, κύριε δημοσιογράφε, όταν το τρένο έτρεχε αγκαλιά με τον Χάρο; Πού ήσουν όταν αποθεώνατε τη Hellenic Train, το “θαύμα” της νέας εποχής, με τα ταξίδια-εξπρές, αλλά χωρίς ασφάλεια; Πού ήσουν όταν το παραεμπόριο, οι ράγες-παγίδες, το ανύπαρκτο προσωπικό φώναζαν πως έρχεται η τραγωδία; Δεν τα έβλεπες; Δεν τα ήξερες; Δεν τα ερεύνησες; Όχι, τότε ήσουν εκεί, χειροκροτητής της “ανάπτυξης”, του “μοντέρνου κράτους”, της “επένδυσης”!
Τώρα όμως βρήκες τον πόνο μου και ήρθες να τον ξεζουμίσεις.
Ο Πατέρας Μιλάει
Άνοιξα την πόρτα. Σε είδα. Είδα τα μάτια σου να γυαλίζουν, όχι από συμπόνια, αλλά από επαγγελματική δίψα.
Σε κοιτάζω και θέλω να σε ρωτήσω: Κοιμάσαι τα βράδια;
Ή μήπως ξαπλώνεις και σκέφτεσαι τον επόμενο νεκρό που θα σου χαρίσει νούμερα τηλεθέασης;
Ήρθες για να μου πεις «Λυπάμαι»; Ήρθες να βάλεις το μικρόφωνο κάτω από τα χείλη μου και να με ρωτήσεις πώς νιώθω που έχασα το παιδί μου;
Πώς νιώθω, ρωτάς;
Νιώθω πως το σκοτώσατε και εσείς.
Γιατί το παιδί μου μπήκε σε ένα τρένο που εσείς δεν ελέγξατε.
Γιατί το παιδί μου ταξίδευε σε ράγες που εσείς δεν αναφέρατε ποτέ πόσο επικίνδυνες είναι.
Γιατί το παιδί μου δεν είχε σύστημα ασφαλείας, δεν είχε προσωπικό εκπαιδευμένο, δεν είχε ένα “στοπ” να το προστατεύσει, αλλά είχε εσάς να πουλάτε προοδευτικές επενδύσεις.
Και τώρα, αντί να ντρέπεστε, αντί να σιωπήσετε, ήρθατε να με ρωτήσετε πώς νιώθω.
Θέλετε απάντηση;
Θέλω να πάρετε τα μικρόφωνά σας, τα στιλό σας, τις κάμερές σας και να τα πετάξετε πάνω στις ράγες των Τεμπών. Να σταθείτε εκεί, μέσα στο αίμα, στις στάχτες, στα συντρίμμια και να πείτε: “Εμείς φταίμε. Δεν ψάξαμε. Δεν ρωτήσαμε. Δεν φωνάξαμε πριν να γίνει το κακό.”
Να σταθείτε εκεί και να ζητήσετε συγγνώμη.
Συγγνώμη από τις μανάδες που δεν ξαναείδαν τα παιδιά τους.
Συγγνώμη από τους πατεράδες που αντί να καμαρώνουν τα παιδιά τους, καμαρώνουν το μνήμα τους.
Συγγνώμη από τις αδερφές, τους φίλους, τους αγαπημένους που έμειναν πίσω με ένα “γιατί” να τους κόβει την ψυχή.
Και μετά, αν σας έχει μείνει ίχνος ντροπής, παραιτηθείτε.
Αλλά δεν θα το κάνετε.
Θα κλείσετε την κάμερα, θα βάλετε το ρεπορτάζ σας στο αρχείο, θα το παίξετε το βράδυ στις ειδήσεις με τίτλο “Σπαρακτική εξομολόγηση γονιού” και μετά θα πάτε σπίτι σας.
Θα πάτε να φάτε το βραδινό σας.
Εγώ δεν θα ξαναφάω.
Θα πάτε να αγκαλιάσετε το παιδί σας.
Εγώ θα αγκαλιάσω μια ταφόπλακα.
Θα πάτε να κοιμηθείτε.
Εγώ δεν θα κοιμηθώ ποτέ ξανά.
Ντροπή σας.
Όχι γιατί είστε δημοσιογράφοι.
Ντροπή σας γιατί πουλήσατε τον πόνο μου για νούμερα.
Ντροπή σας γιατί σκοτώσατε ξανά το παιδί μου.




