Η εντολή της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για κατεπείγουσα εξέταση του πορίσματος ΕΟΔΑΣΑΑΜ για τα Τέμπη δεν είναι απλώς μια είδηση – είναι σεισμός. Όχι μόνο για τους εμπλεκόμενους τεχνικούς, τις σκιές γύρω από την Επιτροπή, τις παραπομπές σε ξένα πανεπιστήμια που “κρατούν αποστάσεις”. Είναι σεισμός για τη δημοσιογραφία. Γιατί εκείνη δεν είναι απλώς απουσα – είναι συνένοχη.
Μιλάμε για τη μεγαλύτερη ήττα του Τύπου στην ψηφιακή εποχή. Όχι γιατί δεν είχε πληροφορίες, αλλά γιατί δεν τις ζύγισε. Γιατί ακολούθησε την ευκολία. Την ευπεπτη αφήγηση. Το εύφλεκτο σαν υλικό, viral σαν clickbait.
Τι έπρεπε να κάνει ο δημοσιογράφος;
Να σταθεί όρθιος όταν όλοι γύρω παραληρούσαν.
Να ρωτήσει: «ποιος το είπε;», «πού είναι η πηγή;», «πώς το τεκμηριώνεις;».
Να βάλει απέναντι την “πληροφορία” και να τη σφίξει από το λαιμό μέχρι να ομολογήσει αν είναι αλήθεια ή φαντασίωση.
Αντί γι’ αυτό, χιλιάδες λέξεις χύθηκαν για την “πυρόσφαιρα”, το “μυστικό φορτίο”, το “εύφλεκτο υγρό”.
Χωρίς ένα τηλέφωνο στα πανεπιστήμια. Χωρίς ένα χαρτί. Χωρίς ντροπή.
Το πρόβλημα δεν είναι η παραπληροφόρηση. Είναι ότι η δημοσιογραφία δεν έκανε το παραμικρό για να την αποτρέψει. Έγινε ιμάντας μεταφοράς της.
Έγινε χωνί για ψέματα και ηχείο για παραλογισμούς.
Η ψυχολογία της αποτυχίας
Σύμφωνα με τον Φρόυντ, όταν το συλλογικό ασυνείδητο δεν αντέχει την αβεβαιότητα, εφευρίσκει τέρατα. Θέλει εξήγηση. Θέλει δράμα. Θέλει “κάτι παραπάνω”.
Και τότε έρχεται ο δημοσιογράφος — όχι για να το συγκρατήσει, αλλά για να του δώσει σχήμα.
Για να το βαφτίσει “εξέλιξη”, “αποκάλυψη”, “έγκυρη πληροφορία”.
Γιατί;
Γιατί είναι πιο εύκολο να σερβίρεις φόβο παρά να παράγεις γνώση.
Πιο εύκολο να πουλήσεις φαντασίωση παρά να τεκμηριώσεις πραγματικότητα.
Πιο εύκολο να παραστήσεις τον ρεπόρτερ παρά να είσαι.
Κι ο κόσμος;
Ο κόσμος που πόνεσε, που ταράχτηκε, που πίστεψε;
Τώρα κοιτάζει πίσω και νιώθει ανόητος. Προδομένος. Παγιδευμένος. Όχι μόνο από την τραγωδία, αλλά και από την “πληροφόρηση” που τον τάισε με φαντάσματα, τον φόρτωσε ενοχές και τον αποπροσανατόλισε από την ουσία: ότι το δυστύχημα έγινε επειδή κάποιοι δεν έκαναν τη δουλειά τους. Όπως και οι δημοσιογράφοι.
Το έγκλημα της αναλαφρότητας
Ο θάνατος της έρευνας δεν έγινε με κρότο. Έγινε με ένα αδιάφορο βλέμμα.
Με ένα «ε, ας το ανεβάσουμε, φαίνεται ενδιαφέρον».
Με ένα «έτσι γράφουν όλοι».
Με ένα «αυτό πουλάει».
Η ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε η πιο σκοτεινή τραγωδία των τελευταίων ετών είναι το μεγαλύτερο δημοσιογραφικό έγκλημα.
Όχι γιατί διαστρέβλωσαν – αλλά γιατί δεν μπήκαν καν στον κόπο να ελέγξουν.
Όχι γιατί εξαπάτησαν – αλλά γιατί έκαναν copy-paste την εξαπάτηση.
Όχι γιατί δεν ήξεραν – αλλά γιατί προτίμησαν να μην ξέρουν.
Κι όταν τελειώσει κι αυτή η υπόθεση, και έρθουν οι καταθέσεις, και δουν όλοι τι γράφτηκε, θα μείνει μόνο ένα ερώτημα για τον Τύπο:
Πού ήσουν όταν ο κόσμος χρειαζόταν φως;
Και η απάντηση θα είναι ντροπιαστική.
Όπως πρέπει.




