Τούτη η νύχτα, του Σαββάτου, δεν είναι μόνο για να σπάσουμε αυγά.
Ούτε για να μοιράσουμε φιλιά μπροστά σε πυροτεχνήματα.
Είναι για να σταθούμε γυμνοί — ψυχικά γυμνοί — μπροστά στο πιο βαθύ ερώτημα:
Μπορεί η ψυχή μας να αναστηθεί;
Η Ανάσταση του Χριστού, για τον πιστό, είναι το θαύμα της νίκης επί του θανάτου.
Αλλά και για τον ταλαιπωρημένο, τον διστακτικό, τον πληγωμένο άνθρωπο της εποχής μας,
είναι μια υπαρξιακή πρόταση:
να αναστηθούμε μέσα μας.
Να κάνουμε ένα βήμα έξω από το σκοτάδι όπου μάθαμε να ζούμε σαν να είναι φως.
Να σπάσουμε την ταφόπλακα της συνήθειας, του φόβου, του θυμού, της απελπισίας.
Γιατί η πιο μεγάλη φρίκη δεν είναι ο βιολογικός θάνατος.
Είναι ο πνευματικός μαρασμός, η απώλεια του νοήματος, το βόλεμα στη μη-ζωή.
“Η κόλαση είναι οι άλλοι”, έλεγε ο Σαρτρ,
μα ακόμα πιο σκληρή είναι η κόλαση του εαυτού,
όταν αρνείται να δει, να αισθανθεί, να ελπίσει.
Η Ανάσταση μάς καλεί να πούμε:
“Δεν θέλω άλλο να είμαι νεκρός μέσα στη ζωή.”
Δεν μας σώζει το κοκορέτσι,
ούτε το πιο πλούσιο τραπέζι.
Αυτά τα καταπίνουμε — κι όμως δεν χορταίνουμε.
Η πραγματική τροφή είναι η σχέση με τον Άλλον,
η επαφή με το Θείο ή με το βαθύτερο Εγώ μας,
είναι το μοίρασμα, το άγγιγμα, ο πυρετός της ψυχής που δεν θέλει να μένει βουβή.
Ο Χριστός δεν αναστήθηκε για να γιορτάζουμε,
αλλά για να θυμόμαστε πως κάθε μέρα μάς δίνεται η δυνατότητα
να πούμε “ας γίνει φως” μέσα μας.
Αυτή είναι η Ανάσταση:
όχι ένα ιστορικό γεγονός,
αλλά μια εσωτερική επανάσταση.
Και αυτήν δεν την προσφέρει κανείς έτοιμη,
ούτε την επιβάλλει.
Την επιλέγουμε.
Με το βλέμμα που σηκώνεται.
Με τη συγγνώμη που τολμά να ειπωθεί.
Με την ελπίδα που δεν ντρέπεται να υπάρχει,
ακόμη και σε εποχές που μοιάζουν με Μεγάλο Σάββατο δίχως Κυριακή.
Καλή Ανάσταση, λοιπόν.
Όχι μόνο σε Εκείνον.
Αλλά και σε εμάς.
Σε αυτόν τον εαυτό που διψά να βγει από τον τάφο του φόβου και της μοναξιάς.
Σε αυτό το φως που υπάρχει για να νικήσει κάθε σκοτάδι.




