Υπάρχουν πολιτικοί που μιλούν για το μέλλον, κι άλλοι που ζουν φυλακισμένοι στο παρελθόν τους. Ο Αντώνης Σαμαράς ανήκει στη δεύτερη κατηγορία — όχι γιατί του λείπει το πάθος ή η ευφυΐα, αλλά γιατί τον κυβερνά το τραύμα. Το τραύμα της εξουσίας που χάθηκε, της παράταξης που “του ανήκε”, και του διαδόχου που δεν τον ρώτησε ποτέ.
Στη συνέντευξή του, δεν μίλησε ένας πολιτικός. Μίλησε ένας άνθρωπος που δεν άντεξε να μην είναι ο αρχηγός. Όταν λέει ότι “σταθμίζει όσα συμβαίνουν”, στην πραγματικότητα σταθμίζει τον εαυτό του απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη — και κάθε φορά βρίσκει τον εαυτό του βαρύτερο, πιο ηθικό, πιο “πατριώτη”. Μόνο που το βάρος αυτό είναι φτιαγμένο από πίκρα, όχι από ουσία.
Ο Φρόιντ θα τον αναγνώριζε: είναι το κλασικό σύμπλεγμα του καθρέφτη. Ο άνθρωπος που βλέπει το είδωλό του να τοποθετείται σε άλλον και δεν το αντέχει. Ο Μητσοτάκης έγινε για τον Σαμαρά αυτό που ποτέ δεν θέλησε να δει: ο καθρέφτης που δεν τον χρειάζεται πια.
Έτσι γεννιέται η επιθυμία της εκδίκησης. Δεν είναι πολιτική, είναι υπαρξιακή. Ο Σαμαράς δεν θέλει απλώς να διαφωνήσει· θέλει να αποδείξει ότι ο διάδοχος είναι ανάξιος του πατέρα. Γι’ αυτό και κάθε του πρόταση, κάθε αναφορά στα “Τέμπη”, στα “Σκόπια”, στην “αλήθεια που πνίγεται”, λειτουργεί σαν χτύπημα στο τραπέζι του ψυχαναλυτή. Θυμώνει όχι με τα γεγονότα, αλλά με την ίδια του την αφάνεια.
Όταν μιλά για “κόμμα αρχών που έγινε κόμμα ιδιοκτησίας”, προβάλλει τον εαυτό του. Είναι εκείνος που δεν αντέχει πως η Νέα Δημοκρατία συνεχίζει χωρίς εκείνον. Το τραύμα δεν είναι ιδεολογικό — είναι πατρικό. Ο Μητσοτάκης είναι ο γιος που πήρε το σπίτι χωρίς να ζητήσει την ευχή. Και τώρα ο πατέρας στέκεται απ’ έξω, φωνάζοντας “πρόδωσες την παράδοση”, ενώ αυτό που πραγματικά εννοεί είναι “με πρόδωσες εμένα”.
Η “ψυχραιμία” που επικαλείται είναι μόνο το ένδυμα του θυμού. Στην πραγματικότητα, σταθμίζει πόσο έχει χάσει. Οι δημοσκοπήσεις που τον “μετρούν στο 16% χωρίς κόμμα” είναι το ναρκωτικό του: η ψευδαίσθηση ότι ακόμη λογαριάζεται. Ότι ακόμη προκαλεί φόβο.
Η εξουσία δεν τον ενδιαφέρει πια ως ευθύνη — τον ενδιαφέρει ως αντικείμενο πόθου. Η λιβιδινική του ενέργεια, που κάποτε τροφοδοτούσε την πολιτική δράση, τώρα διοχετεύεται στο μίσος για τον διάδοχο. Είναι το στάδιο που ο Φρόιντ θα ονόμαζε επανάληψη του τραύματος. Να ξανανοίγει το ίδιο θέμα για να μην σιωπήσει ποτέ.
Και γύρω του, ο κόσμος αλλάζει. Η Ελλάδα του 2025, πιο κυνική, πιο κοσμοπολίτικη, πιο κουρασμένη, δεν τον ακολουθεί πια στα παραμύθια περί “εθνικής αναγέννησης”. Δεν θέλει πατέρες. Θέλει λύσεις. Ο Σαμαράς, όμως, παραμένει εγκλωβισμένος στη δεκαετία του ’90, όταν η εξουσία ήταν ιδεολογία και η ιδεολογία σημαία.
Γι’ αυτό και η συνέντευξή του δεν είναι μήνυμα· είναι μονολόγος. Μια εξομολόγηση χωρίς Θεό, μια επανάληψη χωρίς ακροατές. Επικαλείται την ιστορία για να μην κοιτάξει το παρόν. Καταγγέλλει τα “συστημικά κόμματα” ενώ εκείνος υπήρξε το πιο συστημικό πρόσωπο της μεταπολίτευσης.
Η τραγωδία του δεν είναι πολιτική, είναι ψυχολογική. Δεν έχασε απλώς την εξουσία — έχασε τον καθρέφτη του. Κι έτσι, για να δει τον εαυτό του ξανά, προσπαθεί να σπάσει εκείνον του άλλου.
Και κάθε φορά που μιλά για “νέα αρχή”, το βλέμμα του προδίδει ότι δεν μιλά για τη χώρα. Μιλά για τον εαυτό του. Θέλει να αρχίσει ξανά, για να μην τελειώσει ποτέ.
Μόνο που, στο τέλος, όλοι οι καθρέφτες ραγίζουν από μέσα.




