Η απουσία των πρώην πρωθυπουργών Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά από την κηδεία του Κώστα Σημίτη δεν ήταν απλώς μια επιλογή. Ήταν μια δήλωση. Μια δήλωση που κρύβει βαθιά πολιτική ανασφάλεια, παλαιολιθικές στρατηγικές, και, ίσως, έναν ψυχισμό που δεν μπορεί να υπερβεί το «εγώ» για να τιμήσει το «εμείς».
Το ψυχολογικό προφίλ του δίδυμου
Αν προσεγγίσουμε τη στάση τους υπό το πρίσμα της ψυχανάλυσης, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη δυναμική μεταξύ των δύο ανδρών. Ο Καραμανλής, ο «σιωπηλός στρατηγός», και ο Σαμαράς, ο «αυτοδημιούργητος Μεσσήνιος», φαντάζουν σαν δύο διαφορετικές όψεις της ίδιας πολιτικής ανασφάλειας. Στη βάση τους, αμφότεροι φαίνεται να παλεύουν με το φάντασμα της αποδοχής. Δεν είναι τυχαίο ότι επιλέγουν την απουσία, την αποστασιοποίηση, σαν ένα παιδί που αρνείται να παίξει στο πάρτι επειδή πιστεύει ότι δεν είναι το κέντρο της προσοχής.
Η απόφασή τους θυμίζει τη θεωρία του Φρόιντ για το «εγώ» και το «υπερεγώ». Το «εγώ» προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην εσωτερική επιθυμία για εκδίκηση ή πολιτική αντεπίθεση και την εξωτερική πραγματικότητα που απαιτεί ανωτερότητα. Το «υπερεγώ», η φωνή της ηθικής, καταρρέει μπροστά στην ανάγκη να διατηρηθεί η εσωτερική εικόνα της πολιτικής δύναμης. Το αποτέλεσμα; Απόλυτη αποτυχία σύνθεσης, αποκορύφωμα μικροπρέπειας.
Η πολιτική τους αλληγορία ως Μπολεκ και Λολεκ
Το δίδυμο Καραμανλή και Σαμαρά φέρνει στο νου τους χαρακτήρες Μπολεκ και Λολεκ. Δύο φιγούρες που πότε συνεργάζονται, πότε έρχονται σε σύγκρουση, πάντα όμως κινούνται μέσα σε έναν κόσμο που θυμίζει παιδική χαρά. Μόνο που εδώ, η παιδικότητα δεν είναι γοητευτική. Είναι ανώριμη, πικρόχολη, και βαθιά πολιτικά επιζήμια.
Ο ένας κρατά τον μανδύα του «ιστορικού βαθέος κράτους», ενώ ο άλλος επιμένει να παίζει το ρόλο του «αιώνιου αντάρτη». Και οι δύο, όμως, καταλήγουν να σαμποτάρουν τον ίδιο τους τον χώρο, αρνούμενοι να σεβαστούν την πολιτική παρακαταθήκη που οι ίδιοι κάποτε διεκδίκησαν να προστατεύσουν.
Ο Μητσοτάκης και το μάθημα της ανωτερότητας
Η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην κηδεία του Σημίτη ήταν περισσότερο από μια συμβολική κίνηση. Ήταν μια δήλωση πολιτικού πολιτισμού. Σε αντίθεση με τους προκατόχους του, ο Μητσοτάκης κατανοεί ότι η ανωτερότητα δεν είναι επίδειξη δύναμης, αλλά πράξη σεβασμού. Τη στιγμή που ο ίδιος αποχαιρετούσε έναν πολιτικό αντίπαλο, το δίδυμο Μπολεκ και Λολεκ φρόντιζε να αναδείξει την αδυναμία του να υπερβεί προσωπικές μικρότητες.
Η απουσία που φωνάζει
Η πολιτική, στην πιο αγνή της μορφή, απαιτεί ενσυναίσθηση. Στιγμές όπως μια κηδεία δεν είναι πολιτικές ευκαιρίες. Είναι δοκιμασίες ανθρωπιάς. Ο Καραμανλής και ο Σαμαράς δεν απέτυχαν απλώς να δώσουν το «παρών». Απέτυχαν να σταθούν αντάξιοι της ιστορικής τους θέσης. Ο πολιτικός πολιτισμός είναι η γέφυρα που ενώνει το χθες με το αύριο. Όταν η γέφυρα αυτή γκρεμίζεται, αυτό που μένει είναι το κενό.
Μια χαμένη ευκαιρία και ένα κρίμα
Αντί να δείξουν ότι μπορούν να σταθούν υπεράνω πολιτικών διαφορών, το δίδυμο επέλεξε να παραμείνει δέσμιο του παρελθόντος. Και αυτό είναι, πράγματι, ένα κρίμα. Όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά για την πολιτική ζωή που συνεχίζει να εγκλωβίζεται σε μικροψυχίες, τη στιγμή που απαιτείται ανωτερότητα.
Ο κόσμος κρίνει την απουσία του Κώστα Καραμανλή και του Αντώνη Σαμαρά από την κηδεία του Κώστα Σημίτη με ανάμεικτα συναισθήματα, αλλά κυρίως επικριτικά. Η κοινή γνώμη, όπως διαμορφώνεται μέσα από τα μέσα ενημέρωσης, τα social media και τις συζητήσεις, αναδεικνύει συγκεκριμένα σημεία δυσαρέσκειας και απογοήτευσης:
1. Αίσθηση μικρότητας και έλλειψη πολιτικής ανωτερότητας
Η απουσία τους ερμηνεύεται ως ένδειξη πολιτικής μικρότητας, μιας στάσης που δεν τιμά την ιστορική τους θέση. Πολλοί σχολιάζουν ότι πρόκειται για προσωπικό ή κομματικό πείσμα, το οποίο, όμως, δεν έχει θέση σε μια στιγμή θλίψης και αποχαιρετισμού. Οι πολίτες βλέπουν τέτοιες πράξεις ως ένδειξη ότι ακόμα και οι κορυφαίοι πολιτικοί παραμένουν δέσμιοι μικροπολιτικών λογικών.
2. Συγκρίσεις με το παρελθόν
Πολλοί θυμούνται την παρουσία Σαμαρά στην κηδεία του Ανδρέα Παπανδρέου, παρά τις σφοδρές πολιτικές αντιπαραθέσεις της εποχής. Αυτή η σύγκριση υπογραμμίζει την υποβάθμιση του πολιτικού πολιτισμού σήμερα. Η απουσία τους φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την παλαιότερη ικανότητά τους να ξεπερνούν πολιτικές διαφορές όταν οι περιστάσεις το απαιτούν.
3. Οι πολιτικές αιχμές ενάντια στον Μητσοτάκη
Η επιλογή τους να μην παρευρεθούν εκλαμβάνεται από πολλούς ως έμμεση αιχμή κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη, ιδιαίτερα με αφορμή τον επικήδειο που εκφώνησε. Αυτό, όμως, κάνει την απουσία να φαίνεται περισσότερο σαν πράξη πολιτικής ίντριγκας και λιγότερο ως προσωπική επιλογή.
4. Απογοήτευση για το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου
Η κοινή γνώμη αναδεικνύει την ανάγκη για έναν νέο τύπο πολιτικής που δεν εγκλωβίζεται σε παλαιολιθικές αντιπαραθέσεις. Πολλοί πολίτες εκφράζουν την απογοήτευσή τους που ακόμα και σε στιγμές όπως μια κηδεία, οι πολιτικοί δεν μπορούν να δείξουν ενότητα και ανθρώπινη ευαισθησία.
5. Στήριξη στην ανωτερότητα
Από την άλλη, η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην κηδεία και ο λόγος που εκφώνησε εκλαμβάνονται από αρκετούς ως μια πράξη πολιτικής ανωτερότητας. Παρόλο που και αυτό το γεγονός δέχεται κριτική από πολιτικούς του αντιπάλους, η γενική αίσθηση είναι ότι αυτή η στάση αποτελεί ένα παράδειγμα προς μίμηση.
Το συμπέρασμα
Ο κόσμος, γενικά, θεωρεί ότι η απουσία Καραμανλή και Σαμαρά σε μια τέτοια στιγμή ήταν λάθος. Αντί να δείξουν ότι είναι ηγέτες που κατανοούν τις ανθρώπινες στιγμές και τιμούν τους θεσμούς, ενίσχυσαν την εικόνα της πολιτικής απομόνωσης και του πείσματος. Η κριτική που τους ασκείται είναι βαριά, καθώς οι πολίτες περιμένουν από τους πολιτικούς ηγέτες να δώσουν το παράδειγμα, όχι να λειτουργούν με όρους προσωπικής ή κομματικής στρατηγικής.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδισε πολιτικά και ηθικά από την παρουσία του στην κηδεία του Κώστα Σημίτη και τον επικήδειο που εκφώνησε. Ας δούμε πώς αυτό συνέβη και ποια είναι τα οφέλη που αποκόμισε:
1. Ενίσχυση της εικόνας του ως ηγέτη με πολιτική ανωτερότητα
Η παρουσία του Μητσοτάκη έστειλε ένα σαφές μήνυμα ότι αναγνωρίζει τη σημασία του πολιτικού πολιτισμού και του σεβασμού στους θεσμούς. Ο λόγος του, που επικεντρώθηκε στην προσφορά του Κώστα Σημίτη και απέφυγε πολιτικές αιχμές, ενίσχυσε την εικόνα του ως ηγέτη που υπερβαίνει τα κομματικά σύνορα σε κρίσιμες στιγμές.
2. Ηθικό πλεονέκτημα έναντι των απόντων
Η απουσία των Καραμανλή και Σαμαρά τονίζει τη δική του παρουσία. Οι πολίτες σύγκριναν τις δύο στάσεις, και αυτή η σύγκριση λειτούργησε υπέρ του Μητσοτάκη. Εμφανίστηκε ως ο μοναδικός πρώην ή νυν πρωθυπουργός που έβαλε τη θεσμική του υποχρέωση πάνω από προσωπικές ή πολιτικές διαφορές.
3. Κατάκτηση του κεντρώου χώρου
Ο Μητσοτάκης, εδώ και χρόνια, στοχεύει στον κεντρώο χώρο και προσπαθεί να ενισχύσει την εικόνα του ως ενωτικού ηγέτη. Με την πράξη αυτή, εδραίωσε τη θέση του σε αυτό το κοινό, το οποίο εκτιμά την πολιτική ανωτερότητα και την αποστασιοποίηση από μικρότητες.
4. Δημιουργία μιας ιστορικής στιγμής
Ο επικήδειος του Μητσοτάκη καταγράφηκε ως μια αξιοπρεπής και συγκινητική στιγμή που τιμά όχι μόνο τον Κώστα Σημίτη αλλά και την παράδοση του πολιτικού πολιτισμού. Αυτό του επιτρέπει να παρουσιάζεται ως συνεχιστής μιας ευρύτερης πολιτικής κουλτούρας, ξεφεύγοντας από τη στενή κομματική ταυτότητα.
5. Αποδυνάμωση των πολιτικών του αντιπάλων
Η απουσία των Καραμανλή και Σαμαρά αποδυναμώνει τη θέση τους στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας. Οι κινήσεις τους παρουσιάζονται ως μικροπολιτικές, σε αντίθεση με τον Μητσοτάκη, ο οποίος επενδύει στη θεσμική του εικόνα. Αυτή η διαφοροποίηση ενισχύει τη δική του ηγεμονία, ενώ μειώνει την επιρροή των «βαρόνων» του κόμματος.
6. Απευθείας μήνυμα στη νέα γενιά
Ο Μητσοτάκης φαίνεται να στοχεύει στη νέα γενιά ψηφοφόρων που αποστρέφεται τη μικροπολιτική και τις προσωπικές συγκρούσεις. Με τον λόγο του, έδειξε ότι μπορεί να υιοθετήσει ένα πιο ανθρώπινο και ενωτικό ύφος, κάτι που ενισχύει την αποδοχή του από αυτό το κοινό.
Το κέρδος του Μητσοτάκη
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βγήκε διπλά κερδισμένος:
- Στο πολιτικό επίπεδο, ενίσχυσε την εικόνα του ως υπεύθυνου και θεσμικού ηγέτη.
- Στο ηθικό επίπεδο, απέδειξε ότι μπορεί να βάλει την ανθρώπινη διάσταση πάνω από την πολιτική αντιπαράθεση.
Η κίνηση αυτή του έδωσε ένα σαφές πλεονέκτημα σε μια στιγμή που οι αντίπαλοί του έδειξαν αδυναμία να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Αυτό το πλεονέκτημα, αν χρησιμοποιηθεί σωστά, μπορεί να αποδώσει καρπούς στο πολιτικό του μέλλον.




