Και αν τα πρώτα θύματα ήταν τα νέα παιδιά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν, τα δεύτερα, τα μεγάλα θύματα, είναι οι γονείς τους. Αυτοί που ξυπνούν και κοιμούνται με ένα κενό που δεν γεμίζει, με μια οργή που δεν καταλαγιάζει και με μια προδοσία που δεν ξεχνιέται. Αυτοί που δεν θρηνούν μόνο για την απώλεια, αλλά και για το ότι το ίδιο τους το κράτος τους εγκατέλειψε πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την τραγωδία.
Γιατί οι γονείς των θυμάτων των Τεμπών είναι τα μεγάλα θύματα διπλά:
1. Θύματα της ανικανότητας, των ελλείψεων και των εγκληματικών λαθών του κράτους
Από την πρώτη στιγμή που αποκαλύφθηκε το μέγεθος του δυστυχήματος, μία σκέψη έπληξε τους πάντες: Πώς είναι δυνατόν να συνέβη αυτό το πράγμα το 2023; Σε μια ευρωπαϊκή χώρα, σε μια εποχή όπου η τεχνολογία έχει κάνει θαύματα, πώς είναι δυνατόν δύο τρένα να συγκρουστούν μετωπικά, σε μια γραμμή που λειτουργούσε με τηλεγραφήματα και χειροκίνητους διακόπτες;
Οι απαντήσεις που δόθηκαν μετά το δυστύχημα δεν καθησύχασαν κανέναν. Γιατί πώς να δικαιολογήσεις ότι οι προειδοποιήσεις υπήρχαν, οι τεχνικοί είχαν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, οι ειδικοί είχαν φωνάξει, αλλά κανείς δεν έκανε τίποτα;
Αυτές οι απαντήσεις, όμως, δεν είχαν σημασία για τους γονείς. Γιατί αυτοί ξέρουν πως αν το κράτος είχε κάνει τη δουλειά του, αν τα συστήματα ασφαλείας δούλευαν, αν οι άνθρωποι στις κατάλληλες θέσεις είχαν πάρει τις σωστές αποφάσεις, τα παιδιά τους θα ήταν ακόμα εδώ.
Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να τους τα φέρει πίσω. Οι έρευνες, οι επιτροπές, οι υποσχέσεις δεν σβήνουν το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος άφησε τα παιδιά τους να σκοτωθούν σε μια προδιαγεγραμμένη τραγωδία.
Και το χειρότερο; Τους άφησε μόνους να αναζητούν απαντήσεις, να παλεύουν με έναν τοίχο γραφειοκρατίας και πολιτικών παιχνιδιών, να προσπαθούν να δικαιώσουν τις ψυχές που έφυγαν χωρίς λόγο.
2. Θύματα της εκμετάλλευσης και της πολιτικής βρωμιάς
Αν η ανικανότητα του κράτους είναι ένα έγκλημα, η εκμετάλλευση του πόνου είναι το έγκλημα που το ολοκληρώνει.
Οι γονείς δεν είχαν καν τον χρόνο να θρηνήσουν πριν τους κάνουν «σημαία». Πολιτικοί, κόμματα, ομάδες συμφερόντων, δημοσιογράφοι και «ευαίσθητοι» influencers έσπευσαν να τους χρησιμοποιήσουν ως όπλο. Ο καθένας έβαλε το δικό του αφήγημα πάνω στον πόνο τους, ο καθένας προσπάθησε να κερδίσει κάτι από τη δική τους τραγωδία.
Η αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση για συγκάλυψη, η κυβέρνηση κατηγόρησε την αντιπολίτευση για πολιτική εκμετάλλευση, τα μέσα ενημέρωσης έπαιξαν το δράμα τους στα δελτία των 8, οι αναρτήσεις στα social media πήραν χιλιάδες likes και shares.
Και εκείνοι;
Εκείνοι αναγκάστηκαν να δώσουν μάχη για να προστατεύσουν τη μνήμη των παιδιών τους. Αναγκάστηκαν να φωνάξουν «ΜΗΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙΤΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΜΑΣ». Γιατί αυτό συνέβη. Ο πόνος τους έγινε εργαλείο.
Δεν ήταν μόνο η ανικανότητα που σκότωσε τα παιδιά τους. Ήταν και η απανθρωπιά που τους άφησε να θρηνούν μόνοι, ενώ γύρω τους, άλλοι προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν την καταστροφή.
3. Στη μέση, οι απλοί άνθρωποι – Τα θύματα όλων
Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει και ο απλός κόσμος. Ο απλός, ευαίσθητος πολίτης, που δεν θέλει να βλέπει νέους ανθρώπους να χάνονται άδικα. Που δεν θέλει να βλέπει μια χώρα να βυθίζεται στο ψέμα, στην αδιαφορία και στην κοροϊδία.
Αυτός ο πολίτης είναι θύμα όλων.
📌 Θύμα ενός κράτους που δεν προστατεύει τους πολίτες του.
📌 Θύμα των κομμάτων που τον χρησιμοποιούν ως πιόνι.
📌 Θύμα των μέσων ενημέρωσης που του πουλάνε ψέματα και προπαγάνδα.
Και τελικά, γίνεται ένα ακόμη θύμα των Τεμπών. Δεν είναι στα χαρτιά, δεν γράφεται στα μνημόσυνα, αλλά είναι εκεί. Γιατί σε κάθε τραγωδία που δεν τιμωρείται, που δεν φέρνει αλλαγή, που γίνεται εργαλείο στα χέρια των λίγων, χάνεται η εμπιστοσύνη, χάνεται η ελπίδα, χάνεται η πίστη σε ένα καλύτερο αύριο.
Η μόνη απάντηση: Δικαιοσύνη, αλλά πραγματική δικαιοσύνη
Η κυβέρνηση μιλάει για έρευνες. Η αντιπολίτευση μιλάει για ευθύνες. Όλοι μιλούν.
Μα κανείς δεν κάνει κάτι που θα απαντήσει στο βασικό ερώτημα των γονιών:
Γιατί σκοτώθηκαν τα παιδιά μας και ποιος θα πληρώσει;
Όχι στα λόγια. Όχι στα τηλεοπτικά πάνελ. Όχι στις προεκλογικές ομιλίες. Στην πράξη.
Μέχρι να υπάρξουν πραγματικές απαντήσεις, μέχρι να πληρώσουν πραγματικά οι υπεύθυνοι, μέχρι να μπει ένα τέλος στην ατιμωρησία, οι γονείς των θυμάτων θα συνεχίσουν να πεθαίνουν λίγο κάθε μέρα.
Όχι γιατί έχασαν τα παιδιά τους.
Αλλά γιατί τα έχασαν από μια χώρα που δεν έκανε τίποτα για να τα προστατεύσει. Και από μια κοινωνία που αντί να τους στηρίξει, τους χρησιμοποίησε.
Αν υπάρχει κάτι χειρότερο από τον θάνατο, είναι να σε σκοτώνουν ξανά και ξανά, με τη λήθη, την κοροϊδία και την εκμετάλλευση.
Και αυτό ακριβώς συμβαίνει στα Τέμπη.




