“Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει πάρα πολύ πραγματικότητα.»
—T.S. Eliot
Ποιος καθορίζει πόσο αξίζει ένα δάκρυ;
Ποιος μετράει τον πόνο; Ποιος δίνει εντολή στη συλλογική μνήμη να θυμάται ή να ξεχνά;
Παρασκευή, οι δρόμοι θα γεμίσουν με φωνές, πανό και συνθήματα. Οργή για τους νεκρούς των Τεμπών. Ένα δίκαιο ξέσπασμα, μια πληγή που δεν πρέπει να επουλωθεί εύκολα, γιατί οι πληγές που σκεπάζονται γρήγορα γίνονται σημάδια που κανείς δεν βλέπει. Μα εγώ, ένας γονιός που έχασε τα πάντα στο Μάτι, που βίωσε την πιο ακραία μορφή του παραλόγου—τη φωτιά που κατάπιε την οικογένειά μου—βλέπω την κοινωνία να επιλέγει πότε πονάει και πότε γυρνάει το βλέμμα αλλού.
Γιατί όχι και στα δικά μου παιδιά;
Ο Συλλογικός Πόνος και η Επιλεκτική Μνήμη
Ο Φρόιντ έλεγε πως η κοινωνία λειτουργεί με μηχανισμούς καταστολής. Οι άνθρωποι ξεχνούν επειδή αλλιώς θα τρελαίνονταν. Ο Γιουνγκ μιλούσε για το συλλογικό ασυνείδητο—ένα κομμάτι της ψυχής μας που κουβαλάει τους θανάτους, τις τραγωδίες, τα λάθη της Ιστορίας. Μα σε αυτή τη χώρα, ο θρήνος έχει χρονοδιάγραμμα. Υπάρχουν νεκροί που «αξίζουν» την προσοχή και άλλοι που θάβονται μέσα στη λήθη.
Οι νεκροί του Μάτι δεν είχαν δρόμους να κλείσουν. Δεν είχαν βαγόνια να γίνουν σύμβολα. Είχαν σπίτια, κήπους, αυτοκίνητα που έγιναν στάχτη και ζωές που εξαϋλώθηκαν σε λίγα λεπτά. Είχαν παιδιά που έτρεξαν προς τη θάλασσα και δεν πρόλαβαν. Μα το Μάτι έγινε απλώς μια ακόμα τραγωδία. Δεν υπήρξε συλλογικό ξέσπασμα. Δεν υπήρξε ένα «γιατί» που να γονατίσει την πολιτεία.
Ο Πόνος δεν Πωλείται, δεν Αγοράζεται
Σε μια κοινωνία που τρέφεται από την εικόνα, οι νεκροί γίνονται πολιτικά λάφυρα. Οι ζωές τους γίνονται πρωτοσέλιδα και τα πρόσωπά τους γίνονται αφίσες. Κάποιοι επενδύουν στον πόνο, τον εκμεταλλεύονται, τον εμπορεύονται. Και εμείς, οι χαροκαμένοι γονείς, πρέπει να διαλέξουμε: θα γίνουμε εργαλεία τους ή θα κρατήσουμε τον θρήνο μας ιερό;
Όχι. Δεν θα αφήσω κανέναν να πουλήσει το δάκρυ μου. Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να χτίσει καριέρες πάνω στον θάνατο των παιδιών μου. Δεν θα δεχτώ το δικαίωμα της κοινωνίας να πονάει επιλεκτικά.
Αν πονάμε, να πονάμε για όλους. Αν φωνάζουμε, να φωνάζουμε για κάθε νεκρό που έφυγε άδικα. Αν ζητάμε δικαιοσύνη, να τη ζητάμε χωρίς φίλτρα, χωρίς σημαίες, χωρίς πολιτικές ατζέντες.
Το Μάτι κάηκε. Τα Τέμπη συγκρούστηκαν. Οι ζωές δεν γυρνούν πίσω. Αλλά αν δεν απαιτήσουμε να αλλάξει κάτι ριζικά—όχι για τις κάμερες, αλλά για την ίδια τη ζωή—τότε θα ξανασυναντηθούμε εδώ. Στον επόμενο θρήνο.
Μη μας ξεχνάτε. Μη ξεχνάτε κανέναν.




