Κάποιοι άνθρωποι κλείνουν την καρδιά τους πιο σφιχτά κι απ’ το χρηματοκιβώτιο. Έχουν πλούτη απέραντα, ακίνητα, καταθέσεις, ονόματα σε λίστες — μα το βλέμμα τους δεν φτάνει πέρα από τον καθρέφτη τους. Ζουν για να μετρούν, όχι για να μοιράζουν. Κι όταν φεύγουν, πίσω δεν μένει ούτε ένα ευχαριστώ. Ούτε μια φωτογραφία στο μυαλό ενός παιδιού, ούτε μια πέτρα για να πει: «εδώ πρόσφερε κάποτε ένας άνθρωπος». Είναι οι πλούσιοι που τελικά απέτυχαν: όχι γιατί δεν μάζεψαν, αλλά γιατί δεν έδωσαν ποτέ.
Όλη η ζωή τους, ένα “δικό μου”
Υπάρχουν άνθρωποι που φτάνουν να έχουν περισσότερα χρήματα απ’ όσες μέρες ζωής τους απομένουν. Και παρ’ όλα αυτά, δεν σκέφτηκαν ποτέ να αφήσουν κάτι πίσω. Το “δικό μου” είναι η θρησκεία τους. Το “να μη χάσω” είναι η προσευχή τους.
Μικρές ψυχές σε μεγάλες περιουσίες. Ξενοδοχεία, εργοστάσια, επενδυτικά σχήματα, και σπίτια που δεν πατάνε ποτέ. Κι όμως, ούτε ένα σχολείο. Ούτε μια υποτροφία. Ούτε ένα μηχάνημα για ένα νοσοκομείο. Ούτε μια παιδική χαρά στο χωριό τους.
Πλούσιοι στο βιογραφικό, άδειοι στην υστεροφημία. Απέκτησαν όνομα και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να το ξεχάσει η κοινωνία. Το μόνο τους αποτύπωμα είναι τα συμβόλαια με τους συμβολαιογράφους.
Η αλαζονεία του «δεν χρωστάω τίποτα»
Μερικοί από αυτούς πιστεύουν πως δεν χρωστούν σε κανέναν. «Μόνος μου τα έφτιαξα όλα», λένε. Λες και μεγάλωσαν μόνοι τους. Λες και δεν υπήρχε κοινωνία γύρω τους, υπάλληλοι, καταναλωτές, δρόμοι, δάσκαλοι, δημόσιες υποδομές, γιατροί. Λες και ο πλούτος τους ήταν προϊόν αποκομμένο από τον κόσμο.
Κι αν τους ρωτήσεις «γιατί δεν έδωσες ποτέ κάτι;», θα πουν: «Εγώ πληρώνω φόρους». Ή: «Δεν είναι δουλειά μου να σώσω τον κόσμο». Κι όμως, η Ιστορία σώζει αυτούς που προσπάθησαν. Όχι αυτούς που φρόντισαν μόνο τη δική τους ασφάλεια.
Ορισμένοι από αυτούς άφησαν και διαθήκες — μα όχι σε ανθρώπους. Σε τράπεζες. Σε off-shore. Σε εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων. Σαν να μην ήθελαν ποτέ να αγγίξει το χρήμα τους κανείς που πονάει.
Οι πιο μόνοι νεκροί
Το τέλος των πλουσίων που δεν έδωσαν ποτέ τίποτα είναι βαθιά μοναχικό. Κανείς δεν χτίζει άγαλμα για τον τσιγκούνη. Κανείς δεν ονομάζει σχολείο προς τιμήν του σιωπηλού εκατομμυριούχου που δεν έκανε τίποτα για κανέναν. Και οι νεκρολογίες τους μοιάζουν με τραπεζικούς απολογισμούς: ψυχρές, αναίμακτες, χωρίς ζωή.
Τους κλαίνε οι δικηγόροι τους, όχι τα παιδιά του χωριού τους. Τους τιμούν τα πορτρέτα τους, όχι οι πράξεις τους.
Γιατί στο τέλος, ΣΑΜ, δεν θα μείνει ούτε το χρυσό ρολόι τους, ούτε το έργο τέχνης στο σαλόνι τους. Θα μείνει μόνο το ερώτημα: “τι έκανες με όλα όσα σου δόθηκαν;”




