Υπάρχουν χώρες όπου οι άνθρωποι χτίζουν επιχειρήσεις, οικογένειες, ιδέες.
Και υπάρχει κι η Ελλάδα, όπου —αν δεν σου βγει τίποτα απ’ αυτά— φτιάχνεις κόμμα.
Είναι το νέο trend της πολιτικής ματαιοδοξίας. Ο Φρόιντ θα το έλεγε επαναληπτικός ναρκισσισμός εξουσίας.
Εμείς το λέμε απλούστερα: “να μην ξεχαστώ.”
Στο πολιτικό μας θέατρο, οι ρόλοι είναι πάντα οι ίδιοι — μόνο τα φώτα αλλάζουν θέση.
Ο Σαμαράς, που δεν πρόλαβε να γίνει ο “εθνάρχης των σκληρών”, ψάχνει τώρα σενάρια “σωτηρίας του έθνους” — εννοώντας, βέβαια, του εαυτού του.
Ο Καραμανλής, ο αιώνιος σιωπηλός, στέλνει βλέμματα και υπαινιγμούς χωρίς λέξεις· ένας πολιτικός Μονόλιθος που όλοι ερμηνεύουν και κανείς δεν καταλαβαίνει.
Ο Τσίπρας, κουρασμένος από το 2015 που ακόμη τον καταδιώκει, αναζητά “επανεκκίνηση”, κρατώντας όμως το ίδιο manual.
Και γύρω τους, δεκάδες μικρότεροι “ηγέτες” με μεγάλα μικρόφωνα — από τηλεμαγείρους ως επαγγελματίες σχολιαστές του τίποτα — έτοιμοι να ιδρύσουν “παράταξη ευθύνης” μόλις δουν κάμερα ανοιχτή.
Κάποτε, για να μπεις στην πολιτική, χρειαζόταν σχέδιο, όραμα, κόπος.
Τώρα χρειάζεται απλώς έναν γραφίστα, έναν λογαριασμό στο TikTok και μια συνέντευξη στον ΣΚΑΪ.
Η χώρα ζει σε ριάλιτι “Αναζητείται Πρόεδρος”.
Ο Τσιφόρος θα έλεγε πως “στην Ελλάδα, άμα δεν μπορείς να βρεις δουλειά, γίνε πρόεδρος”.
Κι ο Φρόιντ θα εξηγούσε ότι ο πολιτικός μας μικρόκοσμος πάσχει από μαζική ψευδαίσθηση μεγαλείου.
Η Ελλάδα έγινε καθρέφτης για πληγωμένα Εγώ που δεν αντέχουν να τα ξεχάσει η Ιστορία.
Κι έτσι έχουμε:
– το κόμμα του “παλιού που επιστρέφει για να σώσει τη νέα γενιά”,
– το κίνημα του “νέου που ζητά δεύτερη ευκαιρία να αποτύχει πιο σωστά”,
– και τους “ανεξάρτητους” που ενώνονται για να… διασπαστούν σε δύο μήνες.
Όλοι μιλούν για “λαϊκή φωνή”, αλλά αυτό που ακούμε είναι πάντα η δική τους.
Με ηχώ, μικρόφωνα και λίγο κλάμα αυτοδικαίωσης.
Η Βουλή έχει καταντήσει καναπές ομαδικής ψυχανάλυσης.
Ο ένας λέει “προδόθηκα”, ο άλλος “δικαιώθηκα”, ο τρίτος “έρχεται το νέο κύμα”.
Μόνο που το νέο κύμα είναι απλώς ο παλιός αφρός που ξανασηκώθηκε.
Όταν ο Σαμαράς φλερτάρει με “πατριωτικό μέτωπο”,
όταν ο Καραμανλής αφήνει “ανησυχίες” να διαρρέουν,
κι όταν ο Τσίπρας ονειρεύεται “προοδευτική επανεκκίνηση”,
καταλαβαίνεις ότι δεν μιλάμε για πολιτική — μιλάμε για θεραπευτική υποτροπή εξουσίας.
Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά εδώ παίρνει μορφή οπερέτας.
Η χώρα ζει σε αέναο δελτίο ειδήσεων, όπου κάθε απόμαχος ψάχνει να πείσει ότι “μόνο εκείνος μπορεί”.
Η πραγματικότητα όμως είναι αμείλικτη: κανείς δεν μπορεί μόνος του.
Μα όλοι θέλουν το χειροκρότημα, τη δήλωση, τη θέση στο πάνελ.
Όχι για να αλλάξουν κάτι.
Για να νιώσουν ότι ακόμη υπάρχουν.
Ο Φρόιντ θα έλεγε πως το υποσυνείδητο της ελληνικής πολιτικής είναι ένας παιδικός καθρέφτης που δείχνει πάντα το ίδιο πρόσωπο.
Κι ο Τσιφόρος θα γελούσε, ανάβοντας τσιγάρο:
«Άμα ζεις στην Ελλάδα και δεν έχεις φτιάξει κόμμα, κάτι κάνεις λάθος. Ή έχεις δουλειά.»




